ζωϊκός

ζωϊκός
η , ό[ν]
1) жизненный;

ζωϊκή δύναμη — жизненность, жизненная сила;

ζωϊκή δραστηριότητα — жизнедеятельность;

2) животный, относящийся к животным;

ζωϊκό βασίλειο — животный мир;

ζωϊκό λίπος — животный жир;

ζωϊκός άνθραξ — животный уголь


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ζωϊκός" в других словарях:

  • ζωικός — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωικός — (I) ή, ό (AM ζωικός, ή, όν) [ζώον] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στα ζώα («ζωικό βασίλειο») νεοελλ. 1. αυτός που προέρχεται ή παράγεται από τα ζώα 2. φρ. α) «ζωικός άνθρακας» ο άνθρακας που λαμβάνεται από τα οστά τών ζώων β) «ζωική κόλλα»… …   Dictionary of Greek

  • ζωικός — ή, ό 1. ό,τι έχει σχέση με τη ζωή: Ζωική δύναμη. 2. ό,τι αναφέρεται στα ζώα: Ζωικό βασίλειο. 3. ό,τι προέρχεται από τα ζώα: Ζωικά λίπη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζωικός πόλος — Ζ.π. χαρακτηρίζεται η περιοχή του ωαρίου στην οποία βρίσκεται ο θηλυκός πυρήνας, σε αντιδιαστολή προς τον φυτικό πόλο στον οποίο συγκεντρώνονται τα τροφικά συστατικά του ωαρίου, από τα οποία το σημαντικότερο είναι η λέκιθος. Είναι προφανές ότι ο… …   Dictionary of Greek

  • μαγνητισμός, ζωικός — Θεραπευτική μέθοδος η οποία –σύμφωνα με τους υποστηρικτές της– βασίζεται στην άποψη ότι υπάρχει ένα ρευστό που προέρχεται από τα σώματα και τους οργανισμούς, ικανό να επιφέρει έως και θεραπευτική μεταβολή στα όργανα που επιδρά. Η θεωρία αυτή… …   Dictionary of Greek

  • ζωικά — ζωικός of neut nom/voc/acc pl ζωικά̱ , ζωικός of fem nom/voc/acc dual ζωικά̱ , ζωικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωικῶν — ζωικός of fem gen pl ζωικός of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωικόν — ζωικός of masc acc sg ζωικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωικαί — ζωικός of fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωικοῖς — ζωικός of masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωικοῦ — ζωικός of masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»